προσεταιριστὸς ὁπλίτης Save Bailly 2024 προσεταιριστὸς ὁπλίτης (ὁ) Thc. 8, 100, ou subst. ὁ προσεταιριστός, DC. 42, 51, hoplite ou soldat volontairement engagé comme auxiliaire. Étym. vb. de προσεταιρίζομαι.